Η ιστορία του Ανεμόμυλου

Η σχέση της Κρήτης με την Αιολική Ενέργεια ξεκινάει από την αρχαιότητα, όταν οι Μινωΐτες εκμεταλλεύτηκαν την ισχύ του ανέμου στην στεριά και στην θάλασσα.

Κατά μια ερμηνεία του μύθου της απόδρασης του Δαίδαλου και του ιού του Ίκαρου από το παλάτι του Μίνωα, ήταν η ρηξικέλευθη επινόηση των φτερών ως μέσου διαφυγής.

Ο άριστος αυτός τεχνουργός και εφευρέτης της αρχαιότητας έφτιαξε δύο ατομικά πλοιάρια με κατάρτια στα όποια τοποθέτησε ιστία από πανιά για πρώτη φορά εκείνη την εποχή. Τα πλοιάρια αυτά επωφελούμενα και του ούριου ανέμου που έπνεε τα έκανε ποιο ταχύπλοα και χάθηκαν στο γαλάζιο ορίζοντα, αποφεύγοντας τα κωπηλατούμενα και αργοκίνητα πλοία του Μίνωα που τους καταδίωκαν.

Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο άνεμος σαν κινητήρια δύναμη. Η χρήση λοιπόν των ιστίων στα πλοία αποτέλεσε την πρώτη εφαρμογή της αεροδυναμικής από τον άνθρωπο και έθεσε τις βάσεις για την εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας στην ναυσιπλοΐα αρχικά και έπειτα στους ανεμόμυλους.

Ο ανεμόμυλος είναι μια αιολική μηχανή οριζόντιου άξονα περιστροφής. Ο πρώτος ανεμόμυλος σχεδιάστηκε από τον Ήρωνα τον 10 αιώνα μετά Χριστό. Αρχικά εμφανίστηκαν στην Μεσοποταμία και στην Κίνα και του έφεραν στην Ευρώπη οι σταυροφόροι μετά την πρώτη σταυροφορία. Γνώρισαν εξάπλωση στην Ιβηρική χερσόνησο και νότια Ευρώπη. Αργότερα γύρω στο 1500 χρησιμοποιήθηκαν στις κάτω χώρες (Ολλανδία –Δανία) σαν μέρος του αντιπλημμυρικού συστήματος.

Στην Ελλάδα διαδόθηκε πολύ γρήγορα στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους και στην Κρήτη λόγω του πλούσιου αιολικού δυναμικού της. Κατά κανόνα στεγαζόταν σε πέτρινα διώροφα κτήρια και η χρήση τους ήταν για την άλεση των σιτηρών. Στον πάνω όροφο βρισκόταν ο άξονας και το σύστημα μετάδοσης της κίνησης, ενώ στο κάτω όροφο γινόταν η άλεση και η αποθήκευση των σιτηρών. Στην Κρήτη χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα χρόνια της Ενετοκρατίας για την άλεση των δημητριακών.

Υπάρχουν αναφορές για ύπαρξη ανεμόμυλων μέσα στο χάνδακα για την άλεση των σιτηρών, καθώς ήταν απαραίτητο εξάρτημα για τις ανάγκες της φρουράς. Σε όλα τα σπουδαία φρούρια της Κρήτης αναφέρονται ανεμόμυλοι και σε όλη την Κρήτη που είναι νησί των ανέμων, σώζονται τα ερείπια πλέον των ανεμόμυλων στα διάφορα μυλοτόπια, όπου φυσάει τακτικά ο άνεμος. Στην επαρχία Λασιθίου πρωτοεμφανίστηκαν στην θέση "Ζάρωμα" δυτικά του χωριού Μέσα Ποτάμοι. Οι φτερωτές τους είχαν ψάθα αντί πανιά. Λειτούργησαν μέχρι το 1867 οπότε και καταστράφηκαν από τους Τούρκους στην 10ημερη μάχη του Λασιθίου τον Μάιο του 1867. Οι Ανεμόμυλοι αυτοί μεταφέρθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα στο Ασφεντάμι Λασιθίου και αργότερα στο σελί της Αμπέλου.

Έτσι στο Σελί της Αμπέλου συναντάμε μια σειρά από 26 πέτρινους ανεμόμυλους, από τους οποίους οι 7 εκτείνονται δεξιά του δρόμου και οι υπόλοιποι 19 αριστερά καθώς μπαίνουμε από την βόρεια είσοδο του οροπεδίου. Χρησιμοποιούνταν για το άλεσμα των σιτηρών και αποτελούσαν το μεγαλύτερο μυλοτόπι της Κρήτης γύρω στα 1900. Όλοι τους έχουν κατασκευαστεί στο τύπο του "μονόπαντου" ή "αξετροχάρη" ή "μονόκαιρου" ανεμόμυλου, δηλαδή αλέθουν σε μια σταθερή κατεύθυνση του αέρα, εκτός από έναν που ήταν στρογγυλός και περιστρεφόταν. Στην αρχή ήταν 27 αλλά ο ένας χαλάστηκε όταν ανοίχτηκε ο δρόμος και έμειναν 26 και σήμερα από το συγκρότημα αυτό σώζονται τα ερείπια 24 από τους 26 αρχικούς ενώ μόνο 2 έχουν ανακαινιστεί και λειτουργούν για τουριστικούς σκοπούς.

Οι μύλοι αποτελούν ιδιοκτησίες ενώ το συγκρότημα των μύλων έχει χαρακτηριστεί ως έργα τέχνης με υπουργική απόφαση το 1986. (ΦΕΚ Β 104 14-3-86). Έργα δηλαδή που χρειάζονται ειδική κρατική προστασία.Αυτός ο τύπος του αλευρόμυλου, είναι και ο πρόγονος του αντλητικού Λασιθιώτικου Ανεμόμυλου, με πολλές ομοιότητες στην κατασκευή και την λειτουργία τους.

Ο άξονας, η πτερωτή και πολλά αλλά εξαρτήματα ήταν όμοια. Από αυτούς τους αλευρόμυλους πήρε την ιδέα ένας έξυπνος και επινοητικός άνθρωπος ο Εμμανουήλ Παπαδάκης ή Σπιρτοκούτης, που αναζητούσε τρόπους για να ανακουφίσει τους Λασιθιώτες από τον εντατικό μόχθο αφού μέχρι τότε η άντληση του νερού γινόταν μόνο με χειρωνακτική εργασία. Μέχρι τότε η άντληση του νερού γινόταν με τα παλαιά μέσα άντλησης όπως το Γεράνι το Βίντσι ή ακόμα με τον κουβά και το σχοινί, η οποία εκτός από κουραστική δεν ήταν και απόδοση γιαυτό και δεν είχαμε ανάπτυξη της καλλιέργειες στο κάμπο παρά μόνο μερικά αυλάκια κοντά στα χωριά για τις ανάγκες της οικογένειας.

Παλαιότερες τεχνικές άντλησης

Πριν την εισαγωγή των αντλητικών ανεμόμυλων, η άντληση του νερού γινόταν με άλλες τεχνικές όπως το γεράνι, το βίντσι, ο σακιές και το χεραγώνι που η χρήση τους είναι κοπιαστική και όχι ιδιαίτερα αποδοτική.

To Γεράνι (ζυγοσταθμική δοκός δ’ αντιβάρου) είναι ένας αρκετά διαδεδομένος ξύλινος μηχανισμός με Αιγυπτιακή προέλευση, που στην αρχαιότητα το έλεγαν κηλώνειον ή ιμόνιον. Στηρίζεται στο φυσικό νόμο της βαρύτητας. Αποτελείται από ένα χοντρό ξύλινο κορμό δέντρου που είναι στερεωμένος στο έδαφος σε κατάλληλη απόσταση από το πηγάδι και η κορυφή του απολήγει σε διχάλα με δυο σκέλη (σχήμα V). Πάνω σε αυτό το V, προσαρμοζόταν με μια σιδερένια περόνη, ένα μακρύ και λεπτότερο ξύλο (αντένα), με διπλάσιο περίπου μήκος από ότι ο κορμός.

Σε πολλές περιπτώσεις η αντένα αποτελούνταν από δύο κομμάτια ξύλου που ενώνονται μεταξύ τους. Στο κάτω άκρο της αντένας προσαρμόζεται μια βαριά πέτρα που φέρει μια τρύπα (ντοντόνα) και στο άλλο άκρο ήταν δεμένη η βουρλιά, ένα χοντρό σχοινί εγχώριας κατασκευής από την Ιεράπετρα όπου εκεί υπήρχε εγχώρια βιοτεχνία της βουρλιάς. Το βάρος της πέτρας πρέπει να είναι λίγο μεγαλύτερο από το βάρος του δοχείου με νερό που χρησιμοποιείται ενώ το σχοινί πρέπει να είναι μακρύ, ανάλογα με το βάθος του πηγαδιού.

Στο άλλο άκρο του σχοινιού δένεται το δοχείο για την άντληση του νερού (ντενέκα) που είναι κατάλληλα διασκευασμένη με ένα ξύλο στη κορφή. Ο εργάτης κατέβαλε δύναμη για να κατεβάσει την αντένα και να γεμίσει με νερό το δοχείο. Η ανάσυρση όμως του νερού γινόταν ποιο άνετα, γιατί εξαιτίας του βάρους της πέτρας, ανασηκωνόταν η αντένα και επανερχόταν στη θέση της, παρασύροντας προς τα πάνω το δοχείο με το νερό. Αυτό γινόταν κατά επανάληψη, αρκετές φορές, ανάλογα με πόσο νερό χρειαζόταν ο αγρότης, με μια διαδικασία επίπονη, κουραστική και όχι ιδιαίτερα αποδοτική.

Ένα άλλο μεταγενέστερο μέσο άντλησης ήταν το βίντσι ή σβήγα. Ήταν ένας απλός μηχανισμός που αποτελούνταν από ένα χοντρό κύλινδρο, μέσα από το κέντρο του οποίου διαπερνούσε ένα σιδερένιος άξονας και στις άκρες του ήταν κατάλληλα λυγισμένος ώστε να μπορεί ο εργάτης να τον περιστρέψει.

Ο άξονας αυτός στηριζόταν σε ειδικά διαμορφωμένα υποστυλώματα από ξύλο που είχαν σχήμα χιαστεί. Όλος ο μηχανισμός ήταν τοποθετημένος πάνω από το στόμιο του πηγαδιού. Το σχοινί τυλιγόταν ή ξετυλιγόταν γύρω από τον περιστρεφόμενο κύλινδρο ανάλογα με την φορά που γυρνούσε ο άνθρωπος τον άξονα περιστροφής του κυλίνδρου. Πολλές φορές χρειαζόταν και δυο άτομα για να δουλέψει το σύστημα, ο ένας γύριζε τον κύλινδρο και ο άλλος τον κουβά με το νερό.

Ο σακιές ή μαγγανοπήγαδο ήταν ένας πιο εξελιγμένος αντλητικός μηχανισμός ανατολικής καταγωγής, όχι όμως πολύ γενικευμένης χρήσης, λόγω του ότι ο τρόπος λειτουργίας του ήταν περίπλοκος. Η περιστροφή του μηχανισμού του γινόταν από ένα υποζύγιο, που περπατούσε κυκλικά έλκοντας το ξύλο του σακιέ, όπως συνέβαινε στις φάμπρικες.

Η κίνηση της τροχαλίας του σακιέ μεταδιδόταν σε ένα σύστημα μικρών κουβάδων που γέμιζαν με νερό από το πηγάδι ενώ όταν έφταναν στο στόμιο του πηγαδιού, άδειαζαν και συνέχιζαν την κυκλική πορεία τους για να ξαναγεμίσουν με νερό. Τέλος, η απόδοσή του ήταν χαμηλή, το αντλητικό αυτό μέσο παρουσίαζε πολλές ζημιές ενώ χρειαζόταν και ένα ζώο για την περιστροφή του μηχανισμού.

Σε μερικές περιπτώσεις είχαμε την άντληση του νερού από μια σκέτη αναρροφητική αντλία που λειτουργούσε με το χέρι και ονομαζόταν χεραγώνι η οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκε και στους ανεμόμυλους.

Όσοι δεν διέθεταν τέτοιους μηχανισμούς άντλησης, ανέσυραν το νερό από τα πηγάδια μόνο με μια "ντενέκα" που χώραγε δεκαοκτώ οκάδες (23 κιλά περίπου) δεμένη με τη "βουρλιά" (χοντρό σχοινί), κάνοντας μερικούς κόμπους κατά μήκος ώστε να μην γλιστάρει κατά την ανέλιξη του από το πηγάδι. Για την άντληση του νερού τραβούσαν "γροθιά-γροθιά", μια επίπονη προσπάθεια που είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές να ματώνουν τα χέρια τους.

Από τα παλαιά μέσα άντλησης αυτό που χρησιμοποιούταν περισσότερο ήταν το γεράνι, τα υπόλοιπα είχαν ακόμα λιγότερη έως μηδαμινή εφαρμογή στο Οροπέδιο. Όλα όμως όσα είχαν χρησιμοποιηθεί πριν από τον ανεμόμυλο ήταν χαμηλής απόδοσης και κυρίως ήταν πολύ κοπιαστικά. Γι'αυτό το λόγο ο κάμπος δεν γνώρισε ανάπτυξη και έμεινε ακαλλιέργητος για πολλά χρόνια.

Ο ξύλινος Ανεμόμυλος

Οι παλαιές τεχνικές άντλησης αποτέλεσαν έμπνευση για τον Εμμανουήλ Παπαδάκη ή "Σπιρτοκούτη" από το Ψυχρό, ο οποίος ήταν ένας έξυπνος και επινοητικός άνθρωπος που αναζητούσε τρόπους να ανακουφίσει τους αγρότες από τον εντατικό μόχθο της χειρωνακτικής εργασίας χρησιμοποιώντας την ισχύ του ανέμου. Την έμπνευση για την δημιουργία του πρώτου αναλυτικού ανεμόμυλου την πήρε από τους αλευρόμυλους που υπήρχαν στο σελί της Αμπέλου στην βόρεια είσοδο του οροπεδίου.

Ο δαιμόνιος αυτός μάστορας κατάφερε να συνδυάσει την μηχανισμό της φτερωτής του ανεμόμυλου με την κλασική αναρροφητική αντλία. Με ένα απλό μηχανισμό, τη "γονάτιση", δημιούργησε έναν στρόφαλο στον άξονα για να μετατρέψει τη περιστροφική κίνηση της πτερωτής του ανεμόμυλου σε κάθετη παλινδρομική κίνηση για να δουλέψει η αναρροφητική αντλία. Μετά το 1890 οι πρώτοι ανεμόμυλοι που κατασκεύασε ήταν μονόκαιροι με σταθερό προσανατολισμό προς τα βορειοδυτικά, όπως οι αλευρόμυλοι, ενώ ο πύργος του μύλου ήταν ξύλινος και αποτελούνταν από τρία πόδια. Το ξύλο ήταν ένα παραδοσιακό κατασκευαστικό υλικό που τότε υπήρχε σε αφθονία. Υπάρχουν πολλές αναφορές για το δάσος Σελάκανο, στην ανατολική πλαγιά του όρους Δίκτη, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως πηγή ανεφοδιασμού ξύλου για το Οροπέδιο Λασιθίου.

Οι πρώτοι ξύλινοι ανεμόμυλοι τοποθετήθηκαν γύρω στο 1900 στα είδη προϋπάρχοντα πηγάδια, τα οποία υπήρχαν μόνο στους κήπους των σπιτιών κοντά στα χωριά ενώ είχαν μικρό βάθος γύρω στα 4 μέτρα βάθος. Την εποχή αυτή πρέπει να υπήρχαν 20 περίπου ξύλινοι ανεμόμυλοι σε όλο το οροπέδιο με τους περισσότερους στην περιοχή του χωριού Ψυχρού.

Οι λόγοι που δεν εξαπλώθηκε ο ξύλινος μύλος ήταν πρώτιστος η μέτρια απόδοση του. Ο τρίποδος πύργος του ήταν μάλλον ασταθής και χαμηλού ύψους, όπου φυσάει λιγότερος αέρας, ενώ η χρήση του ξύλου έκανε απαραίτητη την συνεχή αναπροσαρμογή των κινούμενων μερών του. Επίσης η σταθερή διεύθυνση της κεφαλής απαγόρευε την χρήση των νοτίων ανέμων, που αν και σπανιότεροι από τα μελτέμια, έπνεαν την εποχή που η χρήση του νερού ήταν περισσότερο απαραίτητη. Τέλος η αντλία που χρησιμοποιήθηκε στο ξύλινο ανεμόμυλο ήταν ιταλικής κατασκευής και ήταν πολύ ακριβή. Παρόλο αυτά ο ανεμόμυλος δούλευε και αντλούσε νερό μόνος του, χωρίς την συμμέτοχη του ανθρώπου ή κάποιου ζώου, κάτι ασύλληπτο για εκείνη την εποχή.

Ο μεγάλος αυτός εφευρέτης Εμμανουήλ Παπαδάκης, δεν σταμάτησε να πειραματίζεται για να τελειοποιήσει τον ανεμόμυλο του. Πρώτη βελτίωση που έκανε ήταν η αλλαγή του πύργου από τρίποδο σε τετράποδο, κάτι που έκανε όλη την κατασκευή πιο σταθερή. Λίγο αργότερα επινόησε ένα μηχανισμό περιστροφής της κεφαλής του ανεμόμυλου, προσθέτοντας την μεσοκουλούρα που επέτρεπε την αλλαγή διεύθυνσης της κεφαλής σύμφωνα με τις αλλαγές της διεύθυνσης του ανέμου, φτιάχνοντας έτσι την πρώτο ξύλινο ανεμόμυλο με περιστρεφόμενο κεφάλι. Όμως, εξαιτίας του σημαντικού βάρους της ξύλινης κατασκευής της κεφαλής και της συμπεριφοράς του ξύλου, το σύστημα αυτό της περιστροφής της κεφαλής του ανεμόμυλου δεν κατάφερε ποτέ να δουλέψει ικανοποιητικά. Ίσως τελικά να τα κατάφερνε σε μια από τις επόμενες του βελτιώσεις του, όμως, άφησε την τελευταία του πνοή στην Χειμάρα στις 27-01-1913 πολεμώντας ηρωικά τους Τούρκους.

Ο Μεταλλικός Ανεμόμυλος

Μετά το θάνατο του Εμμανουήλ Παπαδάκη ή “Σπιρτοκούτη”, εφευρέτη του ξύλινου ανεμόμυλου στο Οροπέδιο, ο Στέφανος Μαρκάκης ή "Μαρκοστεφανής", ένας μαθητής του από το χωριό Φαρσάρω, ακολουθεί τα χνάρια του δασκάλου του κάνοντας μια σειρά από καινοτομίες στον ήδη υπάρχοντα ξύλινο ανεμόμυλο του Σπιρτοκούτη και αποκτώντας την φήμη ενός από τους πιο προοδευτικούς ανθρώπους στο Οροπέδιο.

Με τις επινόησεις του, ο Μαρκοστεφανής κατάφερε να εκσυγχρονίσει και να τελειοποιήσει το μύλο φτάνοντάς τον στην σημερινή του μορφή. Άλλαξε τον ξύλινο πύργο με μεταλλικό κάνοντάς τον πιο στέρεο, αυξάνοντας έτσι το ύψος του μύλου και κυρίως κατασκευάζοντας την σιδερένια κουλούρα πάνω στην οποία διολισθαίνει κυκλικά το σύστημα της κεφαλής. Με την προσθήκη δε της ουράς, του ειδικού λαμαρινένιου τριγωνικού τιμονιού ο μύλος στρεφόταν μονός του, προς κάθε φύσημα του ανέμου.

Επιπλέον, αντικατέστησε τις κλασικές αναρροφητικές αντλίες με δικής του κατασκευής που έφτιαχνε από κάλυκες οβίδων κανονιού τις οποίες έφερε από την Μακεδονία και το κόστος τους ήταν χαμηλότερο. Οι νέες αυτές αντλίες εκτός από οικονομικότερες είχαν και καλύτερη απόδοση αφού ήταν μεγαλύτερης διαμέτρου και αντλούσε περισσότερο νερό από την προγενέστερη εισαγόμενη αντλία που έφερνε από την Ιταλία στο Ηράκλειο ο Μιχάλης Ξετρύπης.

Μια άλλη επινόηση του ήταν το σύστημα της μεταδοτικής, ώστε ο ανεμόμυλος να έχει την δυνατότητα να αντλεί νερό από μεγαλύτερο των 8 μέτρων βάθος. Τοποθέτησε λοιπόν την αντλία χαμηλότερα από την επιφάνεια του εδάφους μέσα στο πηγάδι και κόλλησε πάνω στον κάλυκα μια σωλήνα ίδιας διαμέτρου που έφτανε πάνω από το έδαφος. Έτσι ελάττωσε το ύψος αναρρόφησης που είναι αδύνατον κάτω από τα 8 μέτρα και αύξησε το ύψος κατάθλιψης που θεωρητικά είναι απεριόριστο. Ενώ δεν υπάρχει καμία μηχανή που να μπορεί να αντλεί νερό από βάθος μεγαλύτερο των 8 μέτρων, ο ανεμόμυλος με την χρήση της μεταδοτικής μπορεί και αντλεί από μεγαλύτερο βάθος νερό έως και 20 μέτρα.

Όλα τα παραπάνω πλεονεκτήματα στάθηκαν οι αιτίες που εξαπλώθηκε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα ο μεταλλικός Ανεμόμυλος. Εκτός από τα τεχνικά πλεονεκτήματα που είχε ο μεταλλικός Ανεμόμυλος έναντι του ξύλινου, υπήρχαν και άλλες αιτίες που επηρέασαν αυτήν την ανάπτυξη. Καταρχάς η συνεχώς ελαττούμενη διαθεσιμότητα του ξύλου έγινε ένα επιπλέον κίνητρο για αναζήτηση άλλων υλικών κατασκευής των ανεμόμυλων. Τα ξύλα από τα γειτονικά δάση γινόταν όλο και πιο δυσεύρετα με αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους και του χρόνου εύρεσης του ξύλου.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά εξαρτήματα του μύλου παρέμειναν ξύλινα, όπως η πτερωτή, που είχε ξύλινο κεφαλάρι και αντενάκια, ο εσωτερικός δακτύλιος περιστροφής και το πλαίσιο περιστροφής του μύλου (γαβέλια) λόγω του ότι το ξύλο είναι πιο ελαστικό και πιο ανθεκτικό στο άνεμο αντίθετα με το σίδερο που λυγίζει ευκολότερα. Ακόμα η χρήση του συνδυασμού ξύλινου εσωτερικού δακτυλίου περιστροφής και μεταλλικού εξωτερικού δακτυλίου, αποδείχτηκε αρκετά καλός συνδυασμός και διατηρείται ακόμα και σήμερα σε αρκετούς Ανεμόμυλους.