H ιστορία του Οροπεδίου

Για το όνομα Λασίθι υπάρχουν πολλές ετυμολογίες. Η επικρατέστερη εκδοχή σχετίζει το όνομα με την αρχαία ελληνική λέξη "Λάσιος" που σημαίνει πυκνός, δασύς, αφού τα βουνά του ήταν σκεπασμένα από πυκνά δάση.

Άλλη εκδοχή του ονόματος οφείλεται στην γεωλογική μορφή του οροπεδίου που έμοιαζε με λάκκο. Έτσι στην αρχή το έλεγαν Λάκκο, μετά Λακκίδιον, μετά Λατσίδιο και τέλος Λασίθιον.

Κατά άλλη ερμηνεία το όνομα Λασίθι είναι αρχαιότατο, την ονομασία αυτή την βρήκαν οι Βενετοί και την διατήρησαν, όπως διατήρησαν αναλλοίωτα όλα τα τοπωνύμια του τόπου.

Τέλος το όνομα Λασίθι ίσως να προέρχεται από την Λατινική Λέξη Lassiti ή Lasciti που στα Ενετικά σημαίνει κλήρος. Πράγματι σε κλήρους είχε μοιραστεί ο κάμπος του Λασιθίου από τους Ενετούς με τις περίφημες "λίνιες" που στα Λατινικά σημαίνει γραμμές (Lassiti=Κλήρος, linies=Γραμμές και Banks=Βάγκες στα λατινικά).

Στην
αρχαιότητα

Το Λασίθι σαν τόπος κατοικίας υπήρξε από την αρχαιότητα, κατοικήθηκε από την νεολιθική εποχή πριν από 5.000 περίπου χρόνια και κατά την πρωτομινωική εποχή το 2.000 π.Χ. αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός. Το σπήλαιο της Τραπέζας ανατολικά του Τζερμιάδου παρουσίαζε σημαντική λατρευτική αξία γίνεται σπουδαίο ιερό με διεθνή φήμη έως ότου αρχίζει να παρακμάζει και να σταματά η λατρευτική του χρήση για να μεταφερθεί το 1900 έως 1700 π.Χ. σε πιο επιβλητικό χώρο στο Δικταίο Άντρο στο Ψυχρό, αποτελώντας ένα από τα λαμπρότερα κέντρα της Μινωικής εποχής.

Ο πρώτος οικισμός αρχίζει να εμφανίζεται, πρώτα στην περιοχή Κάστελος ενώ αργότερα στο χωριό Πλάτη αναπτύσσεται ένας άλλος οικισμός σε σχήμα μινωικού ρυθμού. Επίσης στο ύψωμα καρφί βόρεια του Λασιθίου καταφεύγουν οι Μινωίτες το 1.100 π.Χ. κυνηγημένοι από τους Δωριείς και αναπτύσσουν ένα μεγάλο και αξιόλογο οικισμό μέχρι το 725 π.Χ. που εγκατέλειψαν το οικισμό και εγκαταστάθηκαν σε γειτονικό μέρος στο ύψωμα Παπούρα, βορειοανατολικά του χωριού Λαγού. Εκεί έφτιαξαν μια νέα μεγάλη πόλη με πολλούς ναούς και ιερό του Ασκληπιού που μαζί με τα προάστια της "Κολόνα", "Ντοναντί", "Καρδαμούτσα" και "Μπαγκάλη" έφτασε να είναι το 650 π.χ. η τέταρτη σε μέγεθος πόλη της Κρήτης. Πιθανότατα ήταν η αυτόνομη πόλη Έρωνος ή Έραννος.

Στις επόμενες περιόδους δηλαδή την Αρχαϊκή, την Κλασική, τη Ρωμαϊκή, την Ελληνιστική καθώς και την Α’ και Β’ Βυζαντινή περίοδο δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες για το Λασίθι.

Γύρω στο 4ο μ.Χ αιώνα το Λασίθι γίνεται μια πυκνοκατοικημένη περιοχή καθώς αξιόλογοι οικισμοί αναπτύσσονται στην Καρδαμούτσα, στου Βασιλικού, στου Αυγουστή, στους Μαγατζέδες, ενώ υπάρχουν διάσπαρτες αγροικίες σε πάνω από 20 μέρη στην περίμετρο του Οροπεδίου. Το Λασίθι μεταξύ του 400 και 700 μ.Χ είχε το μεγαλύτερο πληθυσμό από όλα τα χρόνια της αρχαιότητας.

Στην περίοδο της Αραβοκρατίας 824 έως 961 μ.Χ. οι άραβες που κατέκτησαν το νησί, κατοίκησαν κυρίως στα παράλια. Οι ντόπιοι Κρητικοί κατέφυγαν στο φυσικό οχυρό του Οροπεδίου Λασιθίου για προστασία διατηρώντας έτσι τα ήθη και τα έθιμα τους καθώς και την θρησκεία τους.

Από την Αρχαϊκή περίοδο μέχρι το τέλος της Β΄ Βυζαντινής περιόδου (620 π.Χ έως 1204 μ.Χ)

  Στην Βενετοκρατία

(1204 έως 1669)

Το 1210 οι Ενετοί κατάλαβαν την Κρήτη, αγοράζοντας την από τον Γενουάτη Βονιφάτιο το Μομφερατικό στην ευτελή τιμή των 1.000 μάρκων, περίπου 5.000 χρυσά Δουκάτα. Όμως οι Κρητικοί ποτέ δεν σταμάτησαν το αγώνα κατά των καταπατητών, σημειώνοντας 27 συνολικά επαναστάσεις καθιστώντας το Λασίθι αγκάθα στην καρδιά της Βενετίας ’’una spina nel cuore di venezia’’. Οι Αγιοστεφανίτες, οι Σκορδίληδες, οι Καλλέργηδες, και άλλοι είχαν το Λασίθι ως ορμητήριο και έδρα των επαναστάσεων. Για τον λόγο αυτό η Βενετία διέταξε την ερήμωση του οροπεδίου και απαγόρευσε να κατοικούν άνθρωποι στο Λασίθι από το 1293 έως το 1463, με αποτέλεσμα να αφανιστούν όλα τα χωριά. Αργότερα βλέποντας τον Τουρκικό κίνδυνο να πλησιάζει αναγκάστηκε να ανακαλέσει την διαταγή ερήμωσης και απαγόρευσης της καλλιέργειας που είχε επιβάλει και να ξανακαλλιεργήσει το κάμπο του Λασιθίου με σιτηρά, για τις ανάγκες του στρατού της. Το Λασίθι υπαγόταν διοικητικά απευθείας στην δικαιοδοσία του Δούκα, στο Ηράκλειο.

Το 1514 άρχισε να καθαρίζεται μέρος του κάμπου που ήταν δασωμένο από την χρόνια εγκατάλειψη του και μοιράστηκε σε 342 μεγάλα ορθογώνια τετράγωνα που ονομάζονταν βουδέες. Η βουδέα ήταν μέτρο έκτασης που αντιστοιχούσε σε 35 μουζουριών χωράφι (1 μουζούρι = 17 οκάδες και 1 οκά = 1282 gr). To 1545 μοιράζεται μέρος του κάμπου σε κατοίκους του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς που εκδειώθηκαν από τους Τούρκους σαν ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στη Βενετία, με την υποχρέωση να παραδίδουν την μισή σοδειά στο κράτος στο Χάνδακα. Το πληθυσμιακό αυτό συνονθύλευμα προερχόμενο από διαφορετικούς τόπους εντός και εκτός Κρήτης απέκτησε θαυμαστή ομοιογένεια συμβιώνοντας με αρμονία. Η υπόλοιπη δυτική πλευρά του κάμπου έμεινε βαλτώδη και ακαλλιέργητη έως ότου αποφασίσει λίγο αργότερα η Βενετία να αποξηράνει και να καλλιεργήσει τον υπόλοιπο κάμπο.

Για τον σκοπό αυτό έστειλε ειδικούς εμπειρογνώμονες και μηχανικούς στο Λασίθι και έκαναν τα πρώτα αποστραγγιστικά έργα που ήταν ένα πλέγμα από αποχετευτικά αυλάκια "λίνιες" (γραμμές). Οι λίνιες αποτελούνταν από 20 ευθύγραμμα κανάλια που είχαν κατεύθυνση από την ανατολή προς την δύση και 12 κανάλια με κατεύθυνση από βορρά προς νότο χώριζοντας τη γη σε 193,5 μεγάλα καλλιεργήσιμα τμήματα (σήμερα σώζονται 181) που επίσης ονομαζόταν επίσης βουδέα. Κάθε βουδέα έχει σχήμα ορθογωνίου με διαφορετική έκταση το κάθε ένα, που οριοθετούνται με μακρόστενες πέτρες καρφωμένες στο χώμα και πάνω τους ήταν λαξεμένος ο αριθμός του τετραγώνου ενώ επίσης έφεραν πάνω τους το σήμα του φτερωτού λιονταριού της Βενετίας. Οι ενοικιαστές έπρεπε να παραδίδουν το 1/3 της σοδιάς τους στις κρατικές αποθήκες που βρισκόταν στην νότια πλευρά της κεφάλας στην θέση Μόρος δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται έξω από το χωριό Άγιος Γεώργιος. Ο κάμπος του Οροπεδίου Λασιθίου έγινε ο μεγαλύτερος σιτοβολώνας της Ενετικής Αυτοκρατορίας με το όνομα "Lascito olim Campagna di Lassiti". Η ετήσια παραγωγή σιταριού ανερχόταν περίπου σε 11.000 μουζούρια ή 187.000 οκάδες ή 239.734 κιλά. Το σιτάρι το αποθήκευαν στις αποθήκες αυτές και κατόπιν το έστελναν στο Χάνδακα και το έκαναν ψωμί και παξιμάδι για το στρατό τους.

Τα πρώτα χρόνια καλλιέργειας του κάμπου οι ενοικιαστές έμεναν σε πρόχειρους οικισμούς που λεγόταν μετόχια μόνο την περίοδο της σποράς και του θερισμού. Τα μετόχια αυτά έπαιρναν το όνομα του καλλιεργητή τους, έτσι το Τζερμιάδο είναι το χωριό της οικογένειας του Τζερμιά, το Λαγού είναι το χωριό του ενοικιαστή Λαγού κ.ο.κ.. Το 1583 στην απογραφή του Καστροφύλακα "Pietro" αναφέρονται 49 ονόματα μετοχιών με 1.054 κατοίκους συνολικά ενώ το 1630 ο Ενετός μηχανικός δημοσίων έργων στην Κρήτη "f. Basilicata" σε έκθεση του αναφέρει 40 ονόματα μετοχιών που υπήρχαν τότε καθώς και τον αριθμό των σπιτιών τους. Μερικά από αυτά τα ονόματα διατηρούνται μέχρι σήμερα είτε σαν ονόματα χωριών είτε σαν τοπωνύμια.

  Στην Τουρκοκρατία

(1669 έως 1898)

Οι Τούρκοι προσπάθησαν αρκετές φορές να καταλάβουν το Λασίθι αλλά η γεωγραφική ιδιομορφία και η αντίσταση των επαναστατών (χαΐνηδες) ήταν τέτοια που του ανάγκαζε σε φυγή. Ανάμεσα των επαναστατών ξεχώρισε ο θρυλικός Καζάνης που ήταν μια από τις μεγαλύτερες μορφές του Κρητικού αγώνα, ο Βασιλογιώργης από το Γεροντομουρί και ο ξακουστός Μιχάλης Βλάχος ή Καλησπέρης από τις Γωνιές Μαλεβυζίου.

Οι Τούρκοι, μετά από δυο αποτυχημένες επιθέσεις που κατέληξαν σε άτακτη φυγή, ανασυγκροτήθηκαν και στις 23 του Γενάρη 1823, ο Χασάν Πασάς εκμεταλλευόμενος την απουσία του καπετάν Καζάνη και των άλλων πολεμιστών που ήταν στο Μεραμπέλλο σε άλλη μάχη και δεν είχαν την πληροφόρηση για την επίθεση, βρήκαν το Λασίθι ανυπεράσπιστο και το κατέλαβαν. Η οργή και η μανία του κατακτητή ήταν τέτοια που κατέστρεψε τα πάντα, σφάζοντας γυναικόπαιδα γέροντες και άμαχο πληθυσμό σ ένα αλώνι του χωριού Άγιος Κωνσταντίνος. Αρκετός πληθυσμός κατέφυγε στα γειτονικά βουνά και στο σπήλαιο του Περιστερά για να σωθεί από αυτό τον ανελέητο σφαγιασμό. Στο Λασίθι τελικά κατοικούσαν δυο Τούρκοι μουκαταγασήδες (ενοικιαστές φόρων) και μόνο την θερινή περίοδο. Ο ένας ήταν ο Χανιαλή Αχμέτ Αγάς που καταγόταν από τα Χανιά και το κανάκι του βρισκόταν στο χωριό Μαγουλάς. Ο άλλος ήταν ο Γερλή Αγασή Ισμαήλ Αγάς, ντόπιος Τουρκοκρητικός που κατοικούσε στο Ισμαηλιανό ένα μικρό συνοικισμό του χωριού Μέσα Λασίθι.

Το Λασίθι έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην μεγάλη Κρητική επανάσταση του 1866 έως το 1869 αφού η επιθυμία για την ελευθερία και την ένωση με την υπόλοιπη Ελλάδα ήταν μεγάλη. Στις 21 του Μάιου 1867 οι Τούρκοι με αρχηγό τον Ομέρ Πασά και συναρχηγό τον Ισμαήλ Φερίκ Πασά, με 32.000 χιλιάδες στρατό κατόρθωσαν με ένα παραπλανητικό σχέδιο ακλουθώντας την Γερακιανή Λαγκάδα και κατόπιν από την Λαγκάδα της Πλάτης, εισέρχονται στο Οροπέδιο Λασιθίου. Εκεί συγκρούονται με 4000 επαναστάτες σε μια από τις μεγαλύτερες και πολύνεκρες μάχες στο Λασίθι. Αρχηγοί των επαναστατών ήταν ο Μιχαήλ Κόρακας ή Τουρκοφάγος και ο Κωνσταντίνος Σφακιανάκης ενώ οπλαρχηγοί ήταν ο Μηλιαράς από το Τζερμιάδο, ο Καζανάκης ή Καραμανώλης (συγγενής του Καπετάν Καζάνη) από το Μαρμακέτο, ο Βασιλογιώργης, ο Τριφίτσος κ.α.

Οι μάχες αυτές κράτησαν 10 μέρες και συγκλόνισαν το πανελλήνιο, για την σφοδρότητά τους, όμως υπήρξε άνιση και οι επαναστάτες, μην έχοντας τροφή και πολεμοφόδια, δεν άντεξαν και εκδιώχθηκαν μέχρι την θέση Ζάρωμα όπου οι εχθροί πυρπόλησαν τους αλευρόμυλους που υπήρχαν εκεί και έριξαν στην φωτιά τους τραυματίες αιχμαλώτους. Αργότερα αυτοί οι μύλοι εγκαταλείφθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Άμπελο και στου Κατακαλού αφού θεωρήθηκαν μολυσμένοι. Οι επαναστάτες τελικά αποσύρθηκαν στα βουνά για να εφαρμόσουν τους κανόνες του κλεφτοπόλεμου.

Έτσι τελείωσε η γιγαντομαχία του Λασιθίου που κράτησε από τις 21 Μαΐου έως στις 30 Μαΐου του 1867 ανάμεσα σε 4.000 επαναστάτες και 32.000 Τούρκους, έχοντας απώλειες 2.000 νεκρούς Τούρκους και 82 νεκρούς επαναστάτες.

Η μάχη του Οροπεδίου Λασιθίου το 1867 θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες της Κρητικής Ιστορίας με πολλά θύματα και πολλές καταστροφές από την μεριά των κατακτητών. Ένα από τα θύματα από την μεριά των εχθρών ήταν και ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς, Αιγύπτιος Αντιστράτηγος και συναρχηγός της εκστρατείας μαζί με τον Ομέρ Πασά ο οποίος είχε καταγωγή από το Ψυχρό του Οροπεδίου Λασιθίου. Ο Ισμαήλ Πασάς ήταν ο πρωτότοκος γιός του Παπά-Φραγκιού Καμπάνη από το ψυχρό και γεννήθηκε γύρω στο 1809, ενώ το πρώτο του όνομα ήταν Μανόλης ή Γιάννης κατά άλλους. Το 1823 που οι Τούρκοι πάτησαν για πρώτη φορά στο Λασίθι έσφαξαν το πατέρα του και αιχμαλώτισαν αυτόν και τα αδέλφια του. Ο ίδιος μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, αλλαξοπίστησε, έγινε στρατιωτικός και εξελίχθηκε μέχρι το Αξίωμα του Αντιστράτηγου (Φερίκ = Αντιστρατηγος).

  Στην Τουρκοκρατία

(1669 έως 1898)


  Στην Τουρκοκρατία

(1669 έως 1898)

Ο δε αδελφός του Αντώνιος Καμπάνης κατάφερε να διαφύγει την αιχμαλωσία, πήγε στην Οδησσό της Ρωσίας όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία. Ο Αντώνης ήταν μεγάλος πατριώτης, χρηματοδότης και βασικό στέλεχος της Κρητικής επιτροπής αγώνα ενισχύοντας με όλες του τις δυνάμεις τον Κρητικό αγώνα. Όμως την άνοιξη του 1867 οι δυνάμεις του Αιγυπτιακού στρατού με αρχηγό τον Ισμαήλ Πασά ενώνεται με τις δυνάμεις του Τούρκικου στρατού με αρχηγό το Ομέρ Πασά και εξαπολύουν επίθεση κατά του Οροπεδίου Λασιθίου και ουσιαστικά τα δύο αδέλφια ήταν αντίπαλοι στο ίδιο αγώνα. Στις 23 Μαΐου κατά την διάρκεια της μάχης άφησε την τελευταία του πνοή από παθολογικά αίτια ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δολοφονήθηκε ή έπεσε από βόλι (που έστελνε ο αδελφός του από την Αθήνα) στην διάρκεια της μάχης. Ο θάνατος του Ισμαήλ συγκλόνισε τον αδελφό του Αντώνιο αφού η αδελφική αγάπη δεν είχε σβήσει ποτέ από τα δύο αδέλφια.

Σε γενικές γραμμές το Λασίθι με την γεωγραφική του ιδιομορφία, την φυσική οχυρωματική του θέση, έπαιξε πρωταρχικό ρόλο σε όλη την διαδρομή της ιστορίας του και αποτελούσε αγκάθι σε όποιον επιχειρούσε να το καταλάβει. Χαρακτηριστικό δίστιχο που αποτυπώνει την δυσκολία που αντιμετώπιζε κάθε εχθρός από το φυσικό Κάστρο του Οροπεδίου Λασιθίου είναι:

Αν δε μερώσω τα Σφακιά και κάψω το Λασίθι κι αυτό τον Αποκόρωνα, δεν ησυχάζει η Κρήτη

Το οροπέδιο Λασιθίου και ολόκληρος ο νομός ήταν υπό την κατοχή των Ιταλών από το 1941 έως 1943. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο νομός Λασιθίου λόγω έλλειψης στόχων και στρατηγικών σημείων, είχε ηπιότερη αντιμετώπιση σε σχέση με τους άλλους νομούς της Κρήτης, έτσι δεν είχαμε ομαδικές εκτελέσεις και καταστροφές χωριών όπως είχαμε στην υπόλοιπη Κρήτη. Ακόμα οι Ιταλοί ήταν ηπιότεροι και η συμπεριφορά του δεν ήταν τόσο σκληρή όσο των Γερμανών που είχαν τον έλεγχο στο υπόλοιπο νησί.

Το Σεπτέμβριο του 1943 καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς οι οποίοι με την σειρά τους σκοτώνουν και αιχμαλωτίζουν αντιστασιακά στοιχειά κυρίως βοσκούς. Στο Λασίθι έδρασε και o διαβόητος γερμανός Φραντς Σούμπερ, ένας αδίστακτος Ναζί με Ελληνική καταγωγή, ένα κτήνος που σκορπούσε με την ομάδα των "Σουμπερίων" την καταστροφή διαπράττοντας χιλιάδες εγκλήματα σε όλη την Κρήτη.

Από τις πρώτες μέρες κιόλας της κατοχής άρχισαν να συγκροτούνται ομάδες αντιστασιακών κυρίως από κτηνοτρόφους όπως του Αδάμ του Κρασανάκη (Κρασαναδάμης) από τον Άγιο Γεώργιο, του Χρήστου του Ζαμπετάκη (Ζαμπετοχρήστου) από το Καμινάκι, του Σηφογιάννη καθώς και του καπετάν Μανώλη του Μπαντουβά. Εδώ στις κακοτράχαλες κορφές της Δίκτης και συγκεκριμένα στη θέση στη θέση Βιτζιλόνερο βρισκόταν το αρχηγείο της Εθνικής Αντίστασης το 1941 έως το 1944 στο Λημέρι του Καπετάν Κρασαναδάμη παίρνοντας σημαντικές αποφάσεις για την έκβαση του αγώνα της εθνικής αντίστασης. Οι Γερμανοί αποχώρησαν από το Οροπέδιο Λασιθίου στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.

Στην Γερμανική Κατοχή – Εθνική Αντίσταση

(1941 έως 1944)

Το κλίμα του Οροπεδίου

Εξαιτίας του υψομέτρου και των βουνών που το περιβάλουν, το κλίμα στο οροπέδιο Λασιθίου διαφέρει σημαντικά από το μεσογειακό κλίμα που συναντάμε στις περισσότερες περιοχές της Κρήτης.

Συγκρινόμενες με τις θερμοκρασίες στην υπόλοιπη Κρήτη, οι θερμοκρασίες στο Λασίθι είναι χαμηλές. Η μέση θερμοκρασία τον Ιανουάριο είναι 5 οC και κατά την διάρκεια του χειμώνα η θερμοκρασία πέφτει αρκετές φορές κάτω από το μηδέν. Η χαμηλότερη θερμοκρασία που έχει σημειωθεί είναι -15 οC στο Τζερμιάδο το 1966. Το χιόνι είναι συνηθισμένο φαινόμενο στο οροπέδιο από το Δεκέμβριο μέχρι το Φεβρουάριο, όπου το ύψος του χιονιού μέσα στην πεδιάδα μπορεί να φτάσει και το μισό μέτρο.

Το καλοκαίρι οι θερμοκρασίες δεν ξεπερνούν τους 35 oC ενώ η μέση θερμοκρασία τον Ιούλιο, τον πιο ζεστό μήνα του καλοκαιριού, είναι λίγο ποιο πάνω από τους 20 oC. Τους υπόλοιπους καλοκαιρινούς μήνες η μέση μηνιαία θερμοκρασία είναι λίγο πιο πάνω από τους 15 oC. Εξαιτίας αυτών των χαμηλών θερμοκρασιών η περίοδος ανάπτυξης των καλλιεργειών αρχίζει αργότερα και είναι συντομότερη από της άλλες περιοχές της Κρήτης.


Η μέση ετήσια βροχόπτωση στο Λασίθι είναι περίπου 1450 χιλιοστά και είναι πολύ υψηλότερη συγκρινόμενη με το μέσο όρο της Κρήτης. Αυτή η βροχόπτωση είναι πολύ άνισα κατανεμημένη στην διάρκεια του έτους. Από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο η βροχόπτωση είναι ελάχιστη ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου βροχόπτωση. Έτσι η γεωργία βασίζεται στις ποσότητες του νερού που έχουν συγκεντρωθεί στο υπέδαφος κατά την διάρκεια του έτους. Η ανάγκη λοιπόν αντλητικών μέσων ήταν αναγκαία και η ανάπτυξη των ανεμόμυλων αναπόφευκτη.

Παγετοί σημειώνονται συχνά όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από το μηδέν και έχει ξαστεριά κατά την διάρκεια της νύχτας ενώ παρατηρούνται κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο, προκαλώντας ζημιές στα δέντρα στα αμπέλια και στις καλλιέργειες γενικά.

Το αιολικό δυναμικό του Οροπεδίου

 

Οι άνεμοι στο οροπέδιο κατά την διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης και ωρίμανσης των προϊόντων, από τον Μάιο δηλαδή έως τον Οκτώβριο, είναι συνήθως βόρειοι – βορειοδυτικοί και καθώς κατεβαίνουν από τα βουνά χάνουν μέρος της δύναμης τους και διασχίζουν το οροπέδιο ηπιότεροι. Αυτοί οι άνεμοι συνήθως ξεκινάνε από της 10 το πρωί και πνέουν μέχρι στις 5 περίπου το απόγευμα ενώ έχουν ένταση 3 έως 4 μποφόρ (beaufort).

Ο άνεμος αυτός, που είναι γνωστός στο οροπέδιο σαν "μελτέμι", εκτός από παραγωγικός καθώς αποτελεί κινητήρια δύναμη του ανεμόμυλου, είναι και ένα είδος φυσικού κλιματισμού καθώς κρατάει την θερμοκρασία της περιοχής σε ευχάριστα επίπεδα. Περιστασιακά πνέουν και νότιοι άνεμοι, που είναι θερμότεροι από του βόρειους και πιο ισχυροί με ένταση τα 5 έως 6 μποφόρ, και δημιουργούν αρκετά προβλήματα στους αγρότες.

Η ένταση των ανέμων μπορεί να μεταβληθεί κατά την διάρκεια της ημέρας. Στο μεγαλύτερο διάστημα του καλοκαιριού ο άνεμος που πνέει στο Λασίθι είναι στρωτός, βόρειος ή βορειοδυτικός με μέση ταχύτητα του ανέμου είναι 3,5 m/sec και μέσες τιμές πυκνότητας αιολικής ισχύος γύρω στα 120 w/m2.

Αυτό σημαίνει ότι η περιοχή δεν έχει αιολικό ενδιαφέρον για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με μετρήσεις που έγιναν, αντιθέτως παρουσιάζει αιολικό ενδιαφέρον για άντληση νερού για αρδευτικούς σκοπούς. Πράγματι στο οροπέδιο σε μια από της ποιο υπήνεμες περιοχές της Κρήτης οι παραδοσιακοί αντλητικοί ανεμόμυλοι καταφέρνουν την άριστη προσαρμογή τους στις συνθήκες αιολικού δυναμικού που επικρατούν στην περιοχή, επιτυγχάνοντας βέλτιστο συνδυασμό της πτερωτής με την αντλία αναρρόφησης και το σπουδαιότερο, την αρμονική συνεργασία της φύσης και του ανθρώπου.

Τα σπήλαια του Οροπεδίου

Τα σπήλαια είναι από τους σημαντικότερους πόλους έλξης του οροπεδίου Λασιθίου. Η φήμη τους οφείλεται τόσο στο φυσικό τους κάλλος όσο και στην αρχαιολογική τους σημασία, μιας και χρησιμοποιήθηκαν από αρχαιοτάτων χρόνων.

Τα σημαντικότερα γνωστά σπήλαια με μεγάλη αρχαιολογική αξία είναι το Δικταίο Άντρο στο Ψυχρό, το Κρόνιο ή Τραπέζας στο Τζερμιάδο και το ανώνυμο σπήλαιο στον Άγιο Χαράλαμπο. Υπάρχουν επίσης και άλλα σπήλαια που είναι είτε ανεξερεύνητα είτε λιγότερο γνωστά, όπως το σπήλαιο του Περιστερά κοντά στο οροπέδιο Λιμνάκαρο και το σπήλαιο του Αποστόλη στο βουνό Κουτσούρα πίσω από το χωριό του Αγίου Γεωργίου.

Το σπήλαιο στον Άγιο Χαράλαμπο είναι ανώνυμο, βρίσκεται δίπλα στο ομώνυμο χωριό και είναι ένα σπουδαίο σπήλαιο από ανθρωπολογική σκοπιά καθώς βρέθηκαν μετά από ανασκαφές πλήθος από οστά και κρανία νεκρών μαζί με τα κτερίσματα τους. Ανάμεσα στα ευρήματα ήταν και σείστρες, λειτουργικά όργανα της Θεάς Ίσιδος. Ανακαλύφθηκε πριν από 30 μόλις χρόνια και πρέπει να είχε χρησιμοποιηθεί ως οστεοφυλάκιο. Η εξερεύνηση του δεν έχει ολοκληρωθεί και παραμένει κλειστό για το κοινό αφού μετά την τυχαία ανακάλυψη του και την διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου του Οροπεδίου Λασιθίου η αρχαιολογική υπηρεσία αποφάσισε την σφράγισή του.

Το σπήλαιο της Τραπέζας ή Κρόνιο Σπήλαιο βρίσκεται στα όρια του οικισμού Τζερμιάδο σε 91,5 μέτρα ύψος από την επιφάνεια του κάμπου του Οροπεδίου Λασιθίου όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ζούσε ο Θεός Κρόνος πατέρας του Δία και σύζυγος της Ρέας. Έχει μεγάλη αρχαιολογική αξία καθώς είχε χρησιμοποιηθεί ως κατοικία κατά την νεολιθική περίοδο και την πρωτομινωική περίοδο ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως τόπος ταφής των νεκρών. Στις ανασκαφές που έγιναν το 1936 βγήκαν στο φώς ευρήματα μεγάλης αρχαιολογικής αξίας διαφόρων εποχών, ανάμεσα τους και σκαραβαίοι της 11ης Φαραωνικής δυναστείας και ένα είδωλο από ελεφαντόδοντο, που σημαίνει ότι είχαν αναπτυχθεί στενές σχέσεις με την Αίγυπτο. Τέλος το Κρόνιο έχε χρησιμοποιηθεί και για λατρευτικούς σκοπούς μέχρι να χάσει την αίγλη του και να μεταφερθεί στο κοντινό σπήλαιο του Ψυχρού το Δικταίο Άντρο.

Το Δικταίο Άντρο είναι το σπουδαιότερο σπήλαιο της αρχαιότητας από τα 3.320 σπήλαια που διαθέτει η Κρήτη. Βρίσκεται πάνω από το χωριό Ψυχρό σε υψόμετρο 150 μέτρα από την επιφάνεια του κάμπου του Οροπεδίου Λασιθίου και 1025 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Εξερευνήθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 19ου αιώνα από τον αρχαιολόγο ιατρό Ιωσήφ Χατζηδάκη και τον Ιταλό αρχαιολόγο Φ. Αλπερ. Η είσοδος του είναι εντυπωσιακή καθώς ένα μεγάλο άνοιγμα του βουνού Μούτσουνα Τούμπα προκαλεί δέος στους επισκέπτες και τους προετοιμάζει για το τι θα επακολουθήσει.

Το σπήλαιο έχει μια έντονη κατηφορική κλήση και το εσωτερικό έχει μεγάλη αισθητική αξία καθώς διαθέτει πλούσιο διάκοσμο από σταλακτίτες και σταλαγμίτες καθώς και λιθοματικές κολώνες. Η έκταση ολόκληρου του σπηλαίου είναι 2.200 τετραγωνικά μέτρα και ο σχηματισμός του οφείλεται στην μηχανική και χημική διάβρωση των ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Το φως που μπαίνει από την μεγάλη είσοδο φτάνει έως τον πυθμένα του όπου εκεί υπάρχει μια μεγάλη αίθουσα και μια λίμνη διαστάσεων 16x8,5 μέτρων. Το καθρέφτισμα των σταλαγμιτών στο πεντακάθαρο νερό της λίμνης αποτελεί ξεχωριστή ομορφιά! Η κατάβαση σήμερα είναι καλύτερη σε σχέση με το παρελθόν, αφού έχουν τοποθετηθεί ράμπες και ειδικός φωτισμός για την ασφαλή και άνετη πρόσβαση έως το βάθος του σπηλαίου.

Η χρήση του σπηλαίου ξεκινάει από πολύ παλιά, την νεολιθική εποχή 4.000 π.Χ. όπου χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία ή καταφύγιο ανθρώπων και ζώων, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε για την ταφή των νεκρών. Από το 2.000 π.Χ. και μετά εξυπηρέτησε ανάγκες λατρείας των θεών, του Δία και της μητέρας Γής. Οι ανασκαφές που έγιναν το 1886 και μετά από διάφορους αρχαιολόγους, έφεραν στο φώς πλήθος αντικειμένων, πήλινα αγγεία, χάλκινα είδωλα, δόρατα, μαχαίρια, ιερούς διπλούς πέλεκυς, σύμβολα της λατρευόμενης θεότητας. Ένα από τα είδωλα που βρέθηκαν φέρει το στέμμα του Άμμωνος Ρα της Αιγύπτου. Πολλά από τα ευρήματα προέρχονται από περιοχές που είναι έκτος Κρήτης, κυρίως της υπόλοιπη Ελλάδας, αλλά και από χώρες της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής, δείχνοντας την παγκόσμια ακτινοβολία που είχε..